Εξωδικαστική ρύθμιση χρεών επιχειρήσεων με την προθεσμία της δημόσιας διαβούλευσης να εκπνέει σε λίγες ώρες.

Το νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης των χρεών των επιχειρήσεων δείχνει τις προθέσεις της κυβέρνησης να ρυθμίσει ένα μείζον θέμα για την πραγματική οικονομία, που είναι η εξυπηρέτηση των “κόκκινων δανείων” των επιχειρήσεων.

Για πρώτη φορά επιχειρείται εκτός των αιθουσών των δικαστηρίων, μέσω της ενεργοποίησης του θεσμού του διαμεσολαβητή, να δοθεί λύση σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα όπως είναι η αποπληρωμή των πιστωτών μιας επιχείρησης με στόχο τη βιωσιμότητά της.

Εν συντομία, για να μπορέσει να υπαχθεί μια επιχείρηση (ατομική, μικρή, μεγάλη) στις διατάξεις του νόμου θα πρέπει να πληροί τις εξής προϋποθέσεις:

– να είναι βιώσιμη (θετικό καθαρό αποτέλεσμα σε μια τουλάχιστον από τις τρεις χρήσεις πριν την υποβολή της αίτησης),

– να έχει οφειλές προς τράπεζες με καθυστέρηση τουλάχιστον 3 μηνών κατά τις 31/12/2016 ή οφειλές που ρυθμίστηκαν μετά την 1/7/ 2016,

– τα ληξιπρόθεσμα χρέη της προς όλους τους πιστωτές, δηλαδή τράπεζες, εφορία, ασφαλιστικά ταμεία και προμηθευτές να ξεπερνούν τις 20.000 ευρώ και

– το 85% των συνολικών οφειλών της να μην ανήκει σε έναν πιστωτή.

Οι μέχρι τώρα αιτιάσεις είναι λίγες αλλά ουσιαστικές. Αφενός, τίθενται εκτός της ρύθμισης περίπου 300.000 ελεύθεροι επαγγελματίες που ο νομοθέτης θεωρεί ότι καλύπτονται από το Νόμο Κατσέλη.

Αφετέρου, δεν δίνεται ασυλία στα στελέχη των τραπεζών και τους δημοσίους υπαλλήλους που θα εμπλακούν στις διαδικασίες  ρύθμισης οφειλών.

Πόσο εύκολα και μέχρι ποιο ύψος θα αποφασίζουν ενδεχόμενο “κούρεμα” χρεών; Επιπλέον, το γεγονός πως όσοι έχουν το 85% των συνολικών οφειλών τους σε έναν πιστωτή τίθενται εκτός ρύθμισης, αποτελεί μια έμμεση επιβράβευση στους “στρατηγικούς κακοπληρωτές”, συμβάλλοντας στο φαινόμενο της “μη εισπραξιμότητας” που και πάλι αυξάνεται ραγδαία.

Την ίδια ώρα, υπάρχουν ισχυρές πιέσεις και από την πλευρά των δανειστών.

Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ψήφιση του νομοσχεδίου είναι ένα από τα βασικά “προαπαιτούμενα” για να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, τα “σημεία τριβής” μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας είναι:

1.    το όριο των 20.000 ευρώ μιας και οι θεσμοί θεωρούν πως για να μην υπάρξουν καθυστερήσεις θα πρέπει να είναι πάνω από 50.000 ευρώ.

2.    Ο χρόνος κατά τον οποίο έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες οι οφειλές με το Υπουργείο να έχει θέσει την 31η Δεκεμβρίου και τους δανειστές να αντιπροτείνουν τα τέλη Σεπτεμβρίου.

Τόσο το όριο των οφειλών όσο και ο χρόνος που αυτές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες από πλευράς θεσμών για το κατά πόσο γρήγορα θα προχωρήσει η διαδικασία, αφού θέλουν να υπάρξει ένα “ξεσκαρτάρισμα” υποθέσεων προκειμένου να μην φρακάρει το σύστημα, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό λειτουργίας του.

3.    Ο αριθμός των δόσεων που θα συμφωνηθούν για την αποπληρωμή των οφειλών.

4.    Η ένταξη ή μη των παρακρατούμενων φόρων (ΦΠΑ και ΦΜΥ) στη ρύθμιση.

5.    Η ευθύνη των εγγυητών, με τους θεσμούς να ζητούν την εξαίρεσή τους από την όποια συμφωνία.

Σε κάθε περίπτωση, αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον πού θα καταλήξει αυτό το “μπρα ντε φερ” όσο και κατά πόσο θα ληφθούν υπόψη τα σχόλια και οι παρατηρήσεις της διαβούλευσης.